Ο ελληνοτουρκικός διάλογος για το Αιγαίο

Ο ελληνοτουρκικός διάλογος για το Αιγαίο

Του Χρήστου Ιακώβου*

Ο διερευνητικός ελληνοτουρκικός διάλογος για το Αιγαίο έχει ήδη αρχίσει με τους χειρότερους οιωνούς. Για χρόνια, επισήμως η Ελλάδα υποστηρίζει ότι το πρόβλημα του Αιγαίου περιορίζεται στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος δηλαδή στο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του βυθού και του υπεδάφους του στο θαλάσσιο χώρο πέρα από τα ελληνικά χωρικά ύδατα και η διαδικασία που προτείνει είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σε αντίθεση με την Τουρκία η οποία επιδιώκει πολιτική λύση, δηλαδή στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος πέρα από τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, με βάση τη διμερή διαπραγμάτευση. Το κομβικό σημείο της τουρκικής διεκδικήσεως είναι ο ισχυρισμός ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ως εκ τούτου η οριοθέτησή της θα πρέπει να γίνει με βάση τη μέση γραμμή από βορρά προς νότο, μεταξύ τουρκικών παραλίων και των παραλίων της ηπειρωτικής Ελλάδος. Σε περίπτωση υιοθέτησης αυτής της λύσης συνεπάγεται ότι τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου θα περιβάλλονται από τουρκική υφαλοκρηπίδα με τις όποιες συνέπειες για την ασφάλειά τους. Επιπλέον, τέτοια εξέλιξη δημιουργεί ένα ντόμινο τουρκικών διεκδικήσεων, όπως χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, αποστρατιωτικοποίηση.

Ιστορικώς, το θέμα ήλθε στην επιφάνεια το Νοέμβριο του 1973 όταν η τουρκική κυβέρνηση δημοσίευσε απόφαση και χάρτη, σύμφωνα με τον οποίο εκχωρούσε το μισό περίπου βόρειο Αιγαίο στην κρατική εταιρία πετρελαίων για έρευνα και εκμετάλλευση. Το θέμα, όμως, της παραπομπής στη Χάγη άνοιξε τον Ιανουάριο του 1975 όταν η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε για πρώτη φορά επισήμως την πρόταση προς την κυβέρνηση της Τουρκίας. Έκτοτε σημειώθηκαν δύο σημαντικές ελληνοτουρκικές κρίσεις που έφεραν τις δύο χώρες στα πρόθυρα πολέμου, μία το 1975 με το «Χόρα» και η άλλη το 1987 με το «Σισμίκ».

Συνεκδοχικώς, η Τουρκία επιδιώκει μέσα από τις συνεχείς προκλήσεις να εξασφαλίσει δύο τακτικά σημεία που θα τις επιτρέψουν να προχωρήσει σε υλοποίηση του στρατηγικού της στόχου: α) να εξασφαλίσει την αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας της ύπαρξης περισσοτέρων της μίας διαφορών στο Αιγαίο, β) την αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας της ύπαρξης γκρίζων ζωνών και συγκατάθεσής της για παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο ν’ αποφανθεί για την κυριαρχία σε δεκάδες νησιά και βραχονησίδες που ανήκουν στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου και του Καστελλορίζου.

Αξίζει να σημειωθεί πως αν η Ελλάδα προχωρήσει σε επέκταση των χωρικών της υδάτων από 6, όπως είναι σήμερα, σε 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπει η συνθήκη του Montego Bay του 1982, την οποία η Τουρκία δεν υπέγραψε και η Ελλάδα επεκύρωσε το 1995, εκ των πραγμάτων δεν θα υπάρχει υφαλοκρηπίδα προς διευθέτηση, διότι τα ελληνικά χωρικά ύδατα είτε θα καλύψουν λόγω επέκτασης τους μεγάλο μέρος των διεθνών υδάτων ο βυθός των οποίων είναι η υφαλοκρηπίδα, είτε θα «εγκλωβίσουν» ένα άλλο μέρος των διεθνών υδάτων. Αυτό το πλεονέκτημα προκύπτει από τη γεωγραφική διάταξη των νησιών που σχηματίζουν ένα κλοιό απέναντι στα τουρκικά παράλια. Το Αιγαίο αποτελεί σύμπλεγμα 2.463 διεσπαρμένων από τις 3.100 που είναι συνολικώς στην ελληνική επικράτεια, οι νήσοι, οι νησίδες και οι βραχονησίδες, οι περισσότερες εκ των οποίων ευρίσκονται σε μικρή απόσταση από τις ακτές της ασιατικής Τουρκίας.

Η στρατηγική της Τουρκίας στο Αιγαίο, από τις αρχές του 1970 και εντεύθεν, υπήρξε σταθερή. Οι κατά καιρούς κρίσεις δεν ήσαν πολιτικές συμπτώσεις ή σπασμωδικές αντιδράσεις κάποιων φιλοπόλεμων κύκλων της Άγκυρας, αλλά προσχεδιασμένες και συστηματικώς μονομερείς επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος.

Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε μία ριζική αναθεώρηση των σχέσεών με την Τουρκία, προσδοκώντας σε μία ουσιαστική βελτίωση του κλίματος με απώτερο στόχο την επίλυση όλων των διμερών προβλημάτων και τη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών. Την προσδοκία αυτή καλλιέργησε η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Το ερώτημα, όμως, που πλανάται είναι κατά πόσον υπήρξαν ουσιαστικές αλλαγές στην τουρκική πολιτική και με ποιους χειροπιαστούς τρόπους αποδεικνύεται κάτι τέτοιο καθημερινά. Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής είναι ο αριθμός των τουρκικών παραβάσεων και παραβιάσεων που σημειώνονται στα όρια του εθνικού εναέριου χώρου και είναι άμεσα συνδεδεμένο με το γενικότερο ζήτημα του Αιγαίου. Μετά τη σύνοδο κορυφής στο Ελσίνκι το 1999, οι παραβάσεις και παραβιάσεις των τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών έχουν αυξηθεί δραματικά. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το στοιχεία που δίδει ετησίως το Γενικό Επιτελείο της Αεροπορίας αυξήθηκε ο αριθμός των τουρκικών αεροσκαφών που εισέρχονται στο Αιγαίο, αυξήθησαν οι παραβιάσεις κανόνων εναέριας κυκλοφορίας, το ίδιο και οι παραβιάσεις εθνικού εναέριου χώρου. Επιπλέον τα πιο ανησυχητικό είναι ότι αυξήθηκε ο αριθμός των οπλισμένων τουρκικών αεροσκαφών που προβαίνουν σε παρανομίες καθώς επίσης και οι εμπλοκές των τουρκικών αεροσκαφών σε αερομαχίες με ελληνικά.

Μπορεί να μην υπάρχει άμεσος κίνδυνος εκδήλωσης πολεμικού επεισοδίου, οι Τούρκοι όμως, μέσω της επαναλαμβανομένης προκλητικότητας επιδιώκουν να προκαλέσουν κόπωση και φθορά των ελληνικών αντιστάσεων.

*Σύμβουλος του προέδρου της ΕΔΕΚ για το Κυπριακό και Υποψήφιος Βουλευτής Λεμεσού