MC MEDIA NETWORK

Ηχηρό καμπανάκι κινδύνου κρούουν οι ελληνικές χημικές βιομηχανίες

Ζητούν άμεσα παρέμβαση σε τρία σημεία που θεωρούν κρίσιμα για να συνεχίσουν την αναπτυξιακή και εξωστρεφή πορεία τους

Με τη φράση πως «η παραγωγή στήριξε τα τελευταία χρόνια την κοινωνία και την αγορά, όμως δυστυχώς έχει φθάσει πλέον στο σημείο να χρειάζεται η ίδια βοήθεια», ο κ. Αρμόδιος Γιαννίδης και η υπόλοιπη διοίκηση των ελληνικών χημικών βιομηχανιών, όπως εκπροσωπούνται απ’ τον ΣΕΧΒ, έκρουσαν χθες καμπανάκι κινδύνου για ένα κοκτέιλ εξελίξεων που πλέον απειλεί να εκτροχιάσει έναν απ’ τους πιο εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής βιομηχανίας. Στο πλαίσιο αυτό ζητούν συγκεκριμένες παρεμβάσεις πάνω σε τρία ζητήματα τα οποία θεωρούν κρίσιμης σημασίας.

- Advertisement -

Τα τελευταία είναι: Οι επιπτώσεις του υψηλού ενεργειακού κόστους για τη χημική βιομηχανία στην Ελλάδα και η διατύπωση προτάσεων για βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες δράσεις που θα διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των μεταποιητικών επιχειρήσεων, οι ραγδαίες εξελίξεις που σημειώνονται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία με επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητά της, αλλά και το πλαίσιο των μακροχρόνιων πιστώσεων που έχει συνέπειες για τη Μεταποίηση.

Ενεργειακό κόστος και προτάσεις

Σε ό,τι αφορά την αύξηση του ενεργειακού κόστους, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών (ΣΕΧΒ) οι επιπτώσεις της τρέχουσας ενεργειακής κρίσης και των υψηλών τιμών στην ενέργεια είναι ιδιαίτερα δυσμενείς για τις επιχειρήσεις της εγχώριας χημικής βιομηχανίας.

Το 2020 η χημική βιομηχανία κατανάλωσε το 4% της συνολικής κατανάλωσης της βιομηχανίας – η κατανάλωση ήταν 53% χαμηλότερη σε σχέση με το 2010,- αποτέλεσμα της εξοικονόμησης που πέτυχε. Στο μείγμα της συνολικής κατανάλωσης, το 45% αφορά ηλεκτρική ενέργεια, το 39% φυσικό αέριο, το υπόλοιπο 16% προϊόντα πετρελαίου, κυρίως LPG. Η χημική βιομηχανία για να παράγει χημικά προϊόντα, όπως λιπάσματα καταναλώνει τετραπλάσια ποσότητα σε σχέση με την κατανάλωση φυσικού αερίου για θερμικές ανάγκες. Η παραγωγή των χημικών προϊόντων επιβαρύνεται από την αύξηση του κόστους της ενέργειας αλλά και από τη σημαντική αύξηση του κόστους των πρώτων υλών που εφοδιάζεται από προμηθευτές με μεγάλη κατανάλωση ενέργειας. Στην πρόσφατη μελέτη που εκπόνησε το ΙΟΒΕ αναφορικά με τις επιπτώσεις της αύξησης του κόστους ενέργειας στον κλάδο έλαβε υπόψιν ένα ακόμη πιο δυσμενές σενάριο αύξησης της τιμής του φυσικού αερίου. Η μελέτη καταδεικνύει ότι στην περίπτωση αυτή το κόστος ενέργειας υπερβαίνει το λειτουργικό πλεόνασμα των επιχειρήσεων επιβαρύνοντας σημαντικά κατηγορίες προϊόντων όπως τα λιπάσματα, τα πετροχημικά, τα χρώματα και τα βιομηχανικά αέρια.

Για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους ο ΣΕΧΒ προτείνει:

• Αλλαγή στον τρόπο τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας, ένα ευρύτερο θέμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που επιδιώκει η ελληνική κυβέρνηση

• Απαλλαγή από την επιβάρυνση με Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης του φυσικού αερίου που προορίζεται για χημική σύνθεση, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που τον επιβάλει στην ΕΕ

• Προώθηση των προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας

• Να μην υπάρξουν δεσμεύσεις από την Ελλάδα σε οριζόντια μείωση της κατανάλωσης ενέργειας.

• Προώθηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας όπως η βιομάζα και η παραγωγή βιομεθάνιου

• Εξέλιξη των έργων νέας τεχνολογίας, όπως η παραγωγή και αποθήκευση πράσινου υδρογόνου και αμμωνίας

• Επιτάχυνση των επενδύσεων σε ΑΠΕ με βελτίωση των υποδομών για να είναι προσιτές από Μικρομεσαίες επιχειρήσεις

• Συνεχή αναζήτηση εναλλακτικών πηγών

• Περαιτέρω ενδυνάμωση έργων εξοικονόμησης και επιτάχυνση αναβάθμισης κτιρίων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.

Μορατόριουμ στην «παραγωγή» νομοθετικών πράξεων
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο τεράστιος όγκος των νομοθετικών προσαρμογών στους οποίους πρέπει να υπακούσει η αγορά προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη «αιμορραγία» εν μέσω των νέων προκλήσεων. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο ΣΕΧΒ “ο μετασχηματισμός της βιομηχανίας σε εποχή κρίσης συνεπάγεται κόστος για τη βιομηχανία και έχει επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητά της. Πριν από την πανδημία, και οπωσδήποτε πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία και την κρίση στην ενέργεια, η Ε.Ε. έθεσε υψηλούς στόχους όσον αφορά την Πράσινη Συμφωνία και τον μετασχηματισμό της βιομηχανίας:

• Τη μείωση εκπομπών CO2 55% για το 2030 και κλιματική ουδετερότητα για το 2050.

• Την υλοποίηση της στρατηγικής για βιώσιμα χημικά (CSS) που προβλέπει υλοποίηση 85 δράσεων και θα αλλάξει ριζικά 50 νομοθεσίες της Ε.Ε. που αφορούν τη χημική βιομηχανία.

• Τον ψηφιακό μετασχηματισμό για μία ανταγωνιστική βιομηχανία της Ε.Ε.

Από το 1990, ο μέσος ρυθμός αύξησης των σωρευτικών πρόσθετων νομοθετικών ή μη, πράξεων στην Ε.Ε. ήταν 15% ετησίως. Μόνο το προηγούμενο έτος, 1.977 νομοθετικές ή μη πράξεις εγκρίθηκαν ή τροποποιήθηκαν, ενώ καταργήθηκαν 1.008 την ίδια περίοδο.

Οι αλλαγές που σχεδιάζονται συνεπάγονται κόστος για τη βιομηχανία και επίπτωση στην ανταγωνιστικότητά της, λόγω της απορρόφησης κεφαλαίων και επιστημονικού δυναμικού για έρευνα και ανάπτυξη».

Παρ’ όλα αυτά ο ΣΕΧΒ σπεύδει να δηλώσει πως συμφωνεί και πως στηρίζει τους κλιματικούς στόχους της Ε.Ε. για το 2030 και το 2050.

«Για την αντιμετώπιση των ανατροπών στις διεθνείς αγορές γεωργικών προϊόντων, ενέργειας και πρώτων υλών που συνδέονται με τις κρίσεις, απαιτείται αποφασιστική και συντονισμένη δράση από όλους τους φορείς λήψης πολιτικών αποφάσεων, με στόχο την διαφοροποίηση και την ελάφρυνση του φόρτου των πολιτών και των επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυτές τις δύσκολες στιγμές.

Για να παραμείνει ανταγωνιστική η χημική βιομηχανία και η Μεταποίηση ευρύτερα, απαιτείται ένα μορατόριουμ στην «παραγωγή» νομοθετικών πράξεων και η εφαρμογή των ρυθμίσεων σε ευρύτερο χρονικό ορίζοντα, θέτοντας τις κατάλληλες προτεραιότητες», υπογραμμίζει.

Οι μακροχρόνιες πιστώσεις

Τέλος, σε ό,τι αφορά το «ελληνικό φαινόμενο» των μακροχρόνιων πιστώσεων και των επιπτώσεων που αυτό έχει στην ελληνική μεταποίηση, ο ΣΕΧΒ υπογραμμίζει πως «οι μακροχρόνιες πιστώσεις στη χώρα μας και οι επιπτώσεις τους στον κλάδο της Μεταποίησης συνιστούν ένα ακόμη κρίσιμο προς επίλυση ζήτημα για τη χημική βιομηχανία. Μετά την περίοδο της πανδημίας, οι τιμές των πρώτων υλών και των βιομηχανικών προϊόντων έχουν αυξηθεί δραματικά, ενώ η διαθεσιμότητά τους κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, οι βιομηχανίες πασχίζουν να τροφοδοτηθούν ώστε να καλύψουν τη ζήτηση σε αγαθά, ενώ παράλληλα οι ανάγκες για ρευστότητα και αποθεματοποίηση είναι τεράστιες. Μία ελληνική βιομηχανία εισάγει από το εξωτερικό πρώτες ύλες και πληρώνει μετρητοίς έως 60 ημέρες. Στον αντίποδα, καλείται να δεχθεί δυσανάλογα μακράς διάρκειας πιστώσεις και μεταχρονολογημένες επιταγές 8-12 μηνών. Η ενεργειακή κρίση επιτείνει το πρόβλημα με ανάλογο τρόπο. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα έχουν την δυνατότητα και τους πόρους να μην επηρεάζονται, όσο οι ελληνικές»

Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο, η σχετική Οδηγία 2011/7/ΕΕ και μεταξύ άλλων το άρθρο 3, ορίζει ότι ο μέγιστος χρόνος πίστωσης μεταξύ των επιχειρήσεων πρέπει να είναι οι 60 ημέρες. Υπέρβαση μπορεί να γίνει μόνο σε περιπτώσεις που αυτό δεν κρίνεται καταχρηστικό για τον πιστωτή. Η Οδηγία αυτή έχει εναρμονισθεί σε νόμο του κράτους με την παράγραφο Ζ’ του Ν.4152/2013 και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 9 Μαΐου 2013 (ΦΕΚ Α’107)

Όπως τονίζει ο ΣΕΧΒ «η αποτελεσματική εφαρμογή της και στην Ελλάδα είναι επιτακτική πλέον ανάγκη για να μπορέσουν οι μεταποιητικές επιχειρήσεις να αποδεσμεύσουν κεφάλαια και να τα επενδύσουν στην έρευνα και τεχνολογία, στην εξωστρέφεια και στην εν γένει ανάπτυξη που θα φέρει παραγωγικές θέσεις εργασίας και έσοδα στο κράτος. Αντί αυτού, επιβαρύνονται με χρηματοοικονομικό κόστος, στερούνται πόρων και σπαταλιέται χρόνος και χρήμα σε περιττές ένδικες διαδικασίες, δεδομένου ότι υψηλό ποσοστό των μακροχρόνιων πιστώσεων οδηγεί σε επισφάλειες, απασχολώντας δυσανάλογα τη Δικαιοσύνη, η οποία κατ’ επέκταση αδυνατεί να αποφανθεί εντός εύλογου χρόνου.

Σε ανάλογη περίπτωση, μη εφαρμογής της οδηγίας στην Ελλάδα, δόθηκε προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσει στα επιχειρήματα της Επιτροπής. Διαφορετικά, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να την παραπέμψει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο».

Πηγή: newsmoney

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ