MC MEDIA NETWORK

Τράπεζα Κύπρου: Κέρδη μετά τη φορολογία €21 εκ. για α΄ τρίμηνο… αυξημένα κατά 162%, σε ετήσια βάση

Κέρδη μετά τη φορολογία ύψους 21 εκατομμυρίων ευρώ για το πρώτο τρίμηνο του 2022, ανακοίνωσε την Πέμπτη το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου, σε σύγκριση με κέρδη μετά τη φορολογία 8 εκ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2021, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 162%.

Ταυτόχρονα, η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσε ρεκόρ νέου δανεισμού ύψους περίπου 618 εκατομμυρίων ευρώ για το α΄ τρίμηνο του 2022, περαιτέρω μείωση Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και μείωση ποσοστού Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων προς δάνεια σε 6,5% (2,7% μετά τις πιστωτικές ζημιές), κάτι που φέρνει ακόμα πιο κοντά την Τράπεζα στο στόχο που έθεσε για μείωση στο 5% μέχρι το τέλος του έτους.

- Advertisement -

Ανακοίνωσε επίσης αύξηση χαρτοφυλακίου εξυπηρετούμενων δανείων κατά 2%, καθώς και απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) ύψους 6,7%, αναπροσαρμόζοντας το στόχο για ROTE στο 10% το 2024, αντί το 2025.

Τα κέρδη μετά τη φορολογία και πριν τα μη-επαναλαμβανόμενα στοιχεία ύψους €27 εκατ., αυξημένα κατά 65% σε ετήσια βάση.

Επιπλέον, η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσε ότι θέτει «πιο δυνατές βάσεις για διανομή μερίσματος, υπό την προϋπόθεση των εποπτικών εγκρίσεων, της αυξημένης κερδοφορίας και των κεφαλαιακών αποθεμάτων».

Στις 31 Μαρτίου 2022, ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας ανήλθε σε 20,3% και ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) ανήλθε σε 15,2%, με μεταβατικές διατάξεις και σε αναπροσαρμοσμένη βάση.

Ο δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας του Συγκροτήματος παραμένουν πάνω από τις νέες απαιτήσεις.

Μιλώντας σε δημοσιογραφική διάσκεψη για την παρουσίαση των οικονομικών αποτελεσμάτων, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου Πανίκος Νικολάου τόνισε πως «η απόδοση μας το πρώτο τρίμηνο δείχνει ότι ο δρόμος που ακολουθούμε είναι ο σωστός και μας παρέχει ασφάλεια και προοπτική», προσθέτοντας ότι «τα τελευταία χρόνια έχουμε εφαρμόσει μια δυναμική στρατηγική αξιοποιώντας την ισχυρή πελατειακή μας βάση και την εμπιστοσύνη των πελατών μας, την ηγετική μας θέση στην αγορά και κυρίως την περαιτέρω ανάπτυξη της ψηφιακής μας τεχνογνωσίας και υποδομής»

Ανέφερε ότι το πλάνο της Τράπεζας «για το μέλλον είναι ξεκάθαρο» και τόνισε πως η Τράπεζα έχει εφαρμόσει «μια δυναμική στρατηγική, αξιοποιώντας την ισχυρή πελατειακή μας βάση και την εμπιστοσύνη των πελατών μας, την ηγετική μας θέση στην αγορά και την περαιτέρω ανάπτυξη της ψηφιακής μας τεχνογνωσίας και υποδομής».

«Κατά συνέπεια, παραμένουμε ξεκάθαρα επικεντρωμένοι στη δημιουργία αξίας για τους μετόχους μας και θέτουμε τις βάσεις για διανομή μερίσματος», υπογράμμισε.

Ανέφερε ότι η ομαλοποίηση στον ισολογισμό συνεχίστηκε κατά το α’ τρίμηνο, με περαιτέρω οργανική μείωση των ΜΕΔ ύψους περίπου €100 εκατ., με αποτέλεσμα τη μείωση του ποσοστού ΜΕΔ προς δάνεια σε 6,5%, αναπροσαρμοσμένο για τις πωλήσεις ΜΕΔ.

«Παραμένουμε σε ορθή πορεία για την επίτευξη του στόχου μας για μείωση του ποσοστού ΜΕΔ προς δάνεια σε περίπου 5% μέχρι το τέλος του έτους και σε κάτω από 3% μέχρι το τέλος του 2025», υπογράμμισε.

Σύμφωνα με τον κ. Νικολάου, οι προβλέψεις της Τράπεζας λαμβάνουν υπόψη «χειρότερες μακροοικονομικές προβλέψεις, χαμηλότερη αύξηση του ΑΕΠ, αυξημένο κόστος ρίσκου έναντι προβλέψεις, μειωμένα νέα δάνεια και παρεμφερείς άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία».

Ανέφερε επίσης ότι η αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ «υπερκαλύπτει τα αρνητικά που προκύπτουν από τον πόλεμο».

Σημείωσε ότι η Τράπεζα θα μειώσει το 2022 σε 60, από 80 που είναι σήμερα τον αριθμό των καταστημάτων της και κατά 15% το προσωπικό της και πρόσθεσε πως «το πότε και πως θα το μειώσουμε είναι κάτι που δεν έχει αποφασιστεί ακόμη».

Μιλώντας στην δημοσιογραφική διάσκεψη, σε σχέση με την τάση αύξησης των επιτοκίων από τις Κεντρικές Τράπεζες, η Εκτελεστική Διευθύντρια Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης της Τράπεζας Κύπρου, Ελίζα Λειβαδιώτου, αφού σημείωσε ότι αυτό «είναι πολύ θετικό για την Τράπεζα Κύπρου» κυρίως γιατί η τράπεζα διαθέτει μεγάλα αποθέματα ρευστότητας τα οποία είναι κατατεθειμένα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και «σήμερα πληρώνουμε 0,5%».

«Οποιαδήποτε αλλαγή στο ύψος των επιτοκίων της ΕΚΤ, άμεσα θα φέρει καλύτερα εισοδήματα για την Τράπεζα Κύπρου», ανέφερε και εξήγησε πως για «τα 9,3 δισεκατομμύρια ευρώ που σήμερα έχουμε κατατεθειμένα στην ΕΚΤ και πληρώνουμε 0,5%, είτε δεν θα έχουμε αυτή την ζημιά είτε θα αρχίσουμε να έχουμε έσοδα» όσο αυξάνονται τα επιτόκια.

Αν λάβουμε υπόψη το αυξημένο κόστος καταθέσεων που θα πληρώνουμε (από την αύξηση των επιτοκίων) και το αυξημένο κόστος δανεισμού που θα έχει η τράπεζα όταν δανειστεί από τις αγορές για να πετύχει κάποιους στόχους της, «η αύξηση των εισοδημάτων μας σε ετήσια βάση θα είναι της τάξης του 80 με 100 εκατομμύρια ευρώ», ανέφερε.

Είπε ακόμη ότι δεν ισχύει ότι οι κυπριακές τράπεζες είναι πολύ εκτεθειμένες σε ρωσικά κεφάλαια και πρόσθεσε ότι τα εισοδήματα που έχει η Τράπεζα Κύπρου από προμήθειες από την ρωσική αγορά είναι μόλις 3% του συνόλου των προμηθειών της.

Εξάλλου, η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσε συνολικά έσοδα ύψους €146 εκατ., αυξημένα κατά 7% σε ετήσια βάση και αύξηση στα καθαρά έσοδα από δικαιώματα και προμήθειες κατά 13% και μείωση στα καθαρά έσοδα από τόκους κατά 7% σε ετήσια βάση, ως αναμενόταν, αντικατοπτρίζοντας τις πωλήσεις ΜΕΔ.

Οι συνολικές καταθέσεις πελατών του Συγκροτήματος ανήλθαν σε €17.660 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2022 (σε σύγκριση με €17,531 εκατ. στις 31 Δεκεμβρίου 2021 και αυξήθηκαν κατά 1% το α’ τρίμηνο, ενώ ανακοίνωσε σημαντικό πλεόνασμα ρευστότητας ύψους €6,4 δις.

Το μερίδιο αγοράς της Τράπεζας στις καταθέσεις στην Κύπρο ανήλθε σε 35.8% στις 31 Μαρτίου 2022, σε σύγκριση με 34.8% στις 31 Δεκεμβρίου 2021. Οι καταθέσεις πελατών αποτελούσαν το 70% του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων και το 77% του συνόλου των υποχρεώσεων στις 31 Μαρτίου 2022 (στα ίδια επίπεδα με τις 31 Δεκεμβρίου 2021).

Επίσης, τα συνολικά λειτουργικά έξοδα ανήλθαν στα €86 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2022, αυξημένα κατά 4% σε ετήσια βάση, ενώ ο Δείκτης κόστος προς έσοδα ανήλθε στο 59% για το α’ τρίμηνο 2022, μειωμένος κατά 1 ε.μ. σε ετήσια βάση.

Πηγή: ΚΥΠΕ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ